- ματεριαλισμός
- materyalizm, maddecilik
Ελληνικό – Τουρκικό Λεξικό. 2010.
Ελληνικό – Τουρκικό Λεξικό. 2010.
ματεριαλισμός — ο η θεμελιώδης άποψη όλων τών φιλοσοφικών συστημάτων που θεωρούν ως μοναδική πραγματικότητα την ύλη, απορρίπτουν τον Θεό και την ψυχή και υποστηρίζουν ότι όλες οι λειτουργίες τού ανθρώπου, και η σκέψη, η βούληση, οι επιθυμίες του κ.λπ. και η… … Dictionary of Greek
ματεριαλισμός — ο (λ. νεολατ.), φιλοσοφική θεωρία που δέχεται ως αρχή των πάντων την ύλη και όχι το Θεό, ο υλισμός … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)
ματεριαλιστής — ο, θηλ. ίστρια ο οπαδός τού ματεριαλισμού, ο υλιστής. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην Ελληνική ξεν. όρου, πρβλ. γαλλ. materialiste (βλ. λ. ματεριαλισμός)] … Dictionary of Greek
υλισμός — Φιλοσοφικό σύστημα, που θεωρεί την ύλη ως την ουσία και την πρώτη αρχή των όντων και θέτει σε δεύτερη μοίρα ή και αρνείται το πνεύμα. Παίρνει τη μορφή του μηχανικού υ. εφόσον θεωρεί την ύλη ως ουσία που έχει μηχανικές μόνο ιδιότητες. Στην… … Dictionary of Greek
υλισμός — ο 1. φιλοσοφική θεωρία που δέχεται ότι η ύλη είναι η μόνη πραγματικότητα και η μόνη ουσία στα υλικά και άυλα, ορατά και αόρατα του σύμπαντος, και που αρνείται την ύπαρξη της ψυχής και του Θεού, η υλοδοξία, ο ματεριαλισμός. 2. η νοοτροπία εκείνων… … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)